Loading...

EKD and the roman-catholic Church - Relations and progress

Textbook 2013 23 Pages

Theology - Historic Theology, Ecclesiastical History

Excerpt

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγικά

Α. Σύγκριση των δύο Εκκλησιών

Β. Η στάση της Ευαγγελικής Εκκλησίας της Γερμανίας στις παπικές εγκυκλίους μετά τη Β΄ Σύνοδο του Βατικανού (1965)

Γ. Εξελίξεις στην Οικουμενική Κίνηση της Γερμανίας 12
Γ.1. Η Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας ως «Εκκλησία της ελευθερίας»
Γ.2. Οικουμένη των προφίλ

Επίλογος

Βιβλιογραφία

Εισαγωγικά

Το ανά χείρας πόνημα προσπαθεί να ανοίξει τις πόρτες του γερμανικού εκκλησιαστικού δρώμενου στην ελληνική ορθοδοξία και να συμβάλλει στην πορεία της οικουμενικής θεολογίας. Χωρίς αντίλογο δεν υπάρχει διάλογος συνηθίζουν να λέγουν οι Γερμανοί. Όλη η εκκλησιαστική ζωή στη Γερμανία και φυσικά οι διεκκλησιαστικές σχέσεις πορεύονται αυτή την ατραπό διαλόγου-αντιλόγου. Οι ραγδαίες κοινωνικές αλλαγές και οι τεχνολογικές εξελίξεις βέβαια έφεραν τις Εκκλησίες πιο κοντά και τις «ανάγκασαν» σε συνεργασία.

Η δυσκολία της έρευνας έγκειται στο ότι συγκρίνονται όχι απλά δύο Εκκλησίες μιας χώρας αλλά μία παγκόσμια εκκλησία με κέντρο εξωγερμανικό, με συγκεκριμένες εκκλησιαστικές, δογματικές και θεολογικές δομές, και μία κοινωνία πολλών αυτόνομων προτεσταντικών εκκλησιών, με καθαρά τοπικό χαρακτήρα, βασισμένες σε διάφορες Ομολογίες και επιμέρους διάφορες δομές σε όλα σχεδόν τα επίπεδα.

Σήμερα στη Γερμανία τόσο η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, όσο και οι επίσημες προτεσταντικές Εκκλησίες και Ομολογίες έχουν να αντιμετωπίσουν από κοινού την σχεδόν πλήρη αποχριστιανικοποίηση της παντελώς εκκοσμικευμένης κοινωνίας. Οι διαφορές μεταξύ των δογμάτων έχουν αμβλυνθεί κατά πολύ και το ζητούμενο είναι πλέον η από κοινού ισχυρή χριστιανική μαρτυρία. Με συνεργασίες, κοινές εκδηλώσεις, κοινωνική αλληλεγγύη, οργάνωση σε συνασπισμούς επιχειρείται η αναζήτηση κοινών στόχων και μελλοντικής πορείας.

Κεντρική παραμένει στην έρευνα μας η, παρόλες τις κατά καιρούς κρίσεις, ανάδειξη της έννοιας, του εύρους, της σπουδαιότητας και της επικαιρότητας του διαχριστιανικού Διαλόγου και της Οικουμενικής Θεολογίας.

Α. Σύγκριση των δύο Εκκλησιών

Η κριτική προσέγγιση και η κατανόηση της στάσης των δύο Εκκλησιών στη σύγχρονη Γερμανία, απαιτούν πρωτίστως κατανόηση των κοινών και των διαφόρων τοποθετήσεων των δύο ομάδων. Η κοινή βάση είναι η Αγία Γραφή και το Αποστολικό Σύμβολο της Πίστεως. Θεμέλιος λίθος ο Χριστός και εκδήλωση της πίστεως η συμμετοχή στο σώμα της Εκκλησίας, ως κοινωνία προσώπων. Ο Τριαδικός Θεός, που είναι η Αγάπη, ελεεί και σώζει τον άνθρωπο. Το Άγιο Πνεύμα συγκροτεί την Εκκλησία. Κοινή των δύο Εκκλησιών θεωρείται η ευθύνη της μαρτυρίας της ευαγγελικής αγάπης στον σύγχρονο κόσμο. Φαινομενικά λοιπόν δεν υπάρχουν δογματικές διαφορές. Οι διαφορές εντοπίζονται σε ομολογιακό επίπεδο και στο πεδίο της ανθρωπολογικής και εκκλησιαστικής ερμηνείας των δογμάτων της πίστεως[1].

Αμφότερες οι Εκκλησίες ομολογούν το απόλυτο της αυθεντίας του Λόγου του Θεού[2]. Ο τρόπος με τον οποίο ο Λόγος μεταδίδεται και ερμηνεύεται καθώς και ο τρόπος της αυθεντίας της Εκκλησίας είνα διαφορετικός. Στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κεντρικής σημασίας είναι η πίστη της καθολικής Εκκλησίας. Πίστη σημαίνει αποδοχή των δογμάτων της Εκκλησίας και υπακοή σε αυτήν. Κάθε μέλος ζει την πίστη μέσα στο εκκλησιαστικό σώμα, ευρισκόμενο σε διαρκή κοινωνία με αυτό και υπακούει σε θέματα πίστεως, στο αλάθητο της Εκκλησίας, όπως αυτό εκφράζεται μέσα από το αλάθητο του πάπα[3]. Στην ευαγγελική Εκκλησία τονίζεται ως επί το πλείστον η προσωπική πίστη του κάθε μέλους, που πηγάζει από την, στα πλαίσια της εκκλησιαστικής κοινότητας, κοινή ακρόαση και εμπειρία του Λόγου του Θεού. Η Εκκλησία ως σύνολο πιστών δε μπορεί να είναι αλάθητη. Μόνο ο Λόγος του Θεού είναι αλάθητος, γι’ αυτό όποια διδασκαλία δεν πηγάζει άμεσα από την Αγία Γραφή δεν είναι δεσμευτική[4]. Ο διαφορετικός τρόπος κατανόησης δόγματος και Εκκλησίας έχει προεκτάσεις σε όλα τα επίπεδα της χριστιανικής διδασκαλίας και της πρακτικής εκφρασής της. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως θεανθρώπινος θεσμός συγκεντρωμένη στο σώμα του Χριστού δέχεται όλες τις άλλες Εκκλησίες και τα χριστιανικά δόγματα εκτός του αληθινού εκκλησιαστικού σώματος. Η ύψιστη έκφραση του εκκλησιαστικού Σώματος είναι η Θεία Ευχαριστία. Η ευαγγελική αλήθεια, ως αποκάλυψη του Θεού, ερμηνεύεται από τα δόγματα της Εκκλησίας[5]. Οι θεολογικές ερμηνείες και γνώμες που αφορούν σύγχρονα θέματα δεν είναι δεσμευτικές. Τα ιερά μυστήρια αποτελούν ενεργά δοχεία της χάριτος του Θεού[6]. Κοινή συμμετοχή σε αυτά από πιστούς άλλων Εκκλησιών δεν μπορεί ουσιαστικά να υφίσταται, διότι στις άλλες και κυρίως στις προτεσταντικές Εκκλησίες, δεν υπάρχει κανονική ιερωσύνη και αποστολική διαδοχή. Επιπλέον δε η κατανόηση των ευχαριστιακών δώρων, ως ουράνιας θυσίας του εν τω άρτω και τω οίνω ουσιαστικά παρόντος Χριστού, είναι διαφορετική απ’ αυτή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Η ορατή ευσέβεια, ως εκδήλωση της εσωτερικής πίστης, χαρακτηρίζει τον Ρωμαιοκαθολικό πιστό και βιώνεται καθημερινά στα μυστήρια, τις ακολουθίες, στην τιμή της Θεοτόκου Μαρίας και των Αγίων. Η Εκκλησία κατανοείται ως «στοργική μητέρα» που αγαπά τα παιδιά της και τα χειραγωγεί με ασφάλεια στην αιώνια ζωή[7]. Η ηθική θεολογία ξεκινά από τη δεδομένη αρχή της ύπαρξης στη φύση γενικότερα και σε αυτή του ανθρώπου ειδικότερα, κατανοητών με τη λογική ηθικών συμπεριφορών. Αυτός ο φυσικός νόμος συμπληρώθηκε μετά την αποκάλυψη της θείας οικονομίας με τον θεϊκό νόμο. Το κράτος, ως ανθρώπινος οργανισμός, και οι ανθρώπινοι νόμοι μπορούν να ορίζουν και να ρυθμίζουν τη ζωή των ανθρώπινων κοινωνιών, δεν μπορούν όμως να αντικαθιστούν απόλυτα την Εκκλησία (ως θεϊκό οργανισμό) και την οικογένεια (ως κατ’ εντολή του Θεού φυσικό οργανισμό) ή τον νόμο του Ευαγγελίου[8].

Οι ευαγγελικές Εκκλησίες θεωρούν εαυτές ως σεσωσμένες και αγιασμένες κοινότητες ανθρώπων που κλήθηκαν από το Θεό να μοιραστούν από κοινού την αγάπη Του και τις δωρεές Του. Κοινή της έκφρασης πίστη είναι δοξολογία του Θεού στις κυριακάτικες συγκεντρώσεις και η ακρόαση του Λόγου του Θεού[9]. Η Αγία Γραφή από μόνη της είναι ασφαλής οδηγός σωτηρίας[10]. Ο Θεός ενεργεί μέσα από τα μυστήρια της Εκκλησίας αλλά όχι περισσότερο ή λιγότερο απ’ ότι στην εντατική μελέτη της Αγίας Γραφής ή το κήρυγμα[11]. Το ευχαριστιακό δείπνο ως απλή ανάμνηση του Μυστικού Δείπνου δεν αποκλείει από τη συμμετοχή πιστούς άλλων δογμάτων[12]. Η εικόνα της «μητέρας Εκκλησίας» είναι άγνωστη στον προτεσταντισμό. Η Εκκλησία κατανοείται ως οδοδείκτης προς τον αναστημένο Χριστό και ως συνάθροιση των ακροατών του Λόγου του Θεού[13]. Η Ηθική των ευαγγελικών Εκκλησιών κινείται στο πλαίσιο της προσωπικής ευθύνης κάθε χριστιανού, που πρέπει να συνάδει με τον αποκαλυφθέντα Λόγο του Θεού. Κάθε τι εξωβιβλικό, άρα και η ίδια η φύση και ο άνθρωπος, θεωρείται ότι μπορεί να προσβληθεί από την αμαρτία. Ο κόσμος είναι πτωτικός και μόνο η χάρη του Θεού μπορεί να αγιάσει φύση και άνθρωπο. Ο άνθρωπος ανάλογα με τη χριστιανική του συνείδηση κανονίζει τις συμπεριφορές του. Μέσα σε ένα κράτος ή μέσα στην κοινωνία η χριστιανική ηθική απλά υπαγορεύει τη διακονία του χριστιανού στον κόσμο[14].

Η Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας δε μπορεί να χαρακτηριστεί ως μία ενιαία προτεσταντική Εκκλησία, γιατί απλά δεν είναι και ούτε η ίδια αξίωνε μέχρι πρότεινος να είναι[15]. Αποτελεί απλά μια κοινωνία τοπικών εκκλησιών που κυρίως στοχεύει όχι στην κοινή τοποθέτηση σε εκκλησιαστικοδογματικά θέματα, αλλά σε κοινωνικο-πολιτικά. Σίγουρα τοποθετείται και σε δογματικά θέματα, όταν καλείται να τα αντιμετωπίσει. Τα θεολογικά της κείμενα όμως, δεν είναι επ’ ουδενί δογματικά ή δεσμευτικά για τις εκκλησίες που τη συγκροτούν. Αυτό της επιτρέπει ευελιξία, ικανότητα προσαρμογής στις εκάστοτε περιστάσεις και ελευθερία κριτικής. Από την άλλη μεριά η Γερμανική Σύνοδος της Ιεραρχίας των ρωμαιοκαθολικών είναι περισσότερο δυσκίνητη, γιατί όλες οι αποφάσεις της εξαρτώνται από τη Ρώμη.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, ως κοινότητα πιστών, φαντάζει δέσμια στο σύστημα της παπικής εξουσίας. Αυτό όμως το σύστημα τη χαρακτηρίζει και την επιβεβαιώνει. Ο απολυταρχισμός αποτελεί δομικό στοιχείο του παπικού συστήματος. Στο άμεσο παρελθόν σημαντική μερίδα ρωμαιοκαθολικών πιστών άσκησε κριτική στο Βατικανό. Σήμερα η κριτική έχει αμβλυνθεί και σχεδόν περιορίζεται σε ηθικής φύσεως θέματα. Τα εκκλησιολογικά, θεολογικά και κοινωνιολογικά αιτήματα έχουν ατονήσει. Παρατηρείται μία άνευ προηγουμένου προσωπολατρεία στον πάπα. Η δευτέρα Σύνοδος του Βατικανού είχε κάνει τα πάντα, για να ξεφύγει απ’ αυτό, αλλά δυστυχώς όχι αρκετά επίμονα. Δεν είχε τολμήσει να αμφισβητήσει τον πάπα κατ’ ευθείαν, είχε όμως τονίσει το στοιχείο της συνοδικότητάς του πάπα με τους επισκόπους, προκειμένου να τον επαναφέρει εντός της εκκλησιαστικής κοινότητας (και όχι υπεράνω αυτής). Στην πορεία η συνοδικότητα αποσιωπήθηκε και παραμελήθηκε από την πολιτική του Βατικανού. Οι τοπικές Σύνοδοι της ρωμαιοκαθολικής Ιεραρχίας είναι ανίκανες να λάβουν σημαντικές αποφάσεις άνευ έγκρισης του Βατικανού.

[...]


[1] Reinhard Frieling, Katholisch und evangelisch, εν: Bensheimer Hefte Nr.: 46, Informationen über den Glauben, Bensheim 20079, σσ. 10-12

[2] Ό.π., σ. 13

[3] Ό.π.

[4] Ό.π.

[5] Ό.π., σ. 16 και 19

[6] Ό.π., σ. 25

[7] Ό.π., σ. 62

[8] Ό.π., σ. 80

[9] Ό.π., σ. 16

[10] Ό.π., σ. 20

[11] Ό.π., σ. 26

[12] Ό.π., σ. 35

[13] Ό.π., σ. 63

[14] Ό.π., σσ. 81-84

[15] Τα τελευταία χρόνια πάντως είναι έντονη η τάση της Ευαγγελικής Εκκλησίας να εμφανίζεται ως η „μία“ Ευαγγελική Εκκλησία και μάλιστα με έντονο το προφίλ της „Εκκλησίας της ελευθερίας“.

Details

Pages
23
Year
2013
ISBN (eBook)
9783656353867
ISBN (Book)
9783656355045
File size
455 KB
Language
Modern Greek
Catalog Number
v207784
Grade
Tags
EKD Römisch-katholisch orthodox

Share

Previous

Title: EKD and the roman-catholic Church - Relations and progress